“Κυριακή μεσημέρι! …θα φάμε έξω!”

Γράφει ο Παναγιώτης Σπυρίδης

Αναπλ. Καθηγητής Παιδιατρικής

Παναγιώτης Σπυρίδης

Διαβάστηκε 1,040 φορές

 

 

 

…και ξεκινάει η οικογένεια με δύο παιδιά 19 μηνών και 3 ετών και αφού περάσει και από το σπίτι της κουνιάδας, άλλο ένα αντρόγυνο με δυο παιδιά, φθάνουν όλοι μαζί στην ταβέρνα οι ‘μπλε φράουλες’. Στεγάζεται σε μία αίθουσα 7Χ8 μέτρα και έχει κλείσει με διαφανή φύλλα από πλαστικό και το πεζοδρόμιο σε σχήμα ‘‘Γ’’, γιατί το μαγαζί είναι γωνία. Επειδή φαίνεται ο ουρανός, θεωρείται ο χώρος αίθριος και οι πελάτες μπορούν να καπνίζουν. Μία σόμπα υγραερίου θερμαίνει το χώρο τους χειμερινούς μήνες, τόσο καλά, που εμπρός θερμαίνονται και κοκκινίζουν τα μάγουλά σου και στην πλάτη νιώθεις μία ανατριχίλα, σαν να σου ρίχνουν νερό. Το όνομα το έδωσαν για να ξεχωρίζουν οι μπλε από τις κόκκινες φράουλες. Μικρό το κακό.

Τη μουσική την έχουν κόψει ‘για να μπορούν οι πελάτες να κουβεντιάζουν’. Την ώρα που μπαίνουν oι φίλοι μας μέσα, νωρίς (13:30) ‘για να μην πλακώσει ο κόσμος και έχουμε και μικρά παιδιά’, υπάρχουν ήδη δύο τραπέζια με συνολικά έξι ενηλίκους και πέντε παιδιά.(Αυτοί ήρθαν νωρίτερα γιατί οι άνδρες ήθελαν να γυρίσουν έγκαιρα για να δουν ποδόσφαιρο). Έχουν παραγγείλει και μέχρι να φθάσουν οι τηγανιτές πατάτες, τα παιδιά έχουν πάρει από ένα κομμάτι ψωμί, τρέχουν ασύδοτα στο μαγαζί και παίζουν κυνηγητό ανάμεσα στα τραπέζια. Σκοντάφτουν στις καρέκλες, τις πετάνε κάτω, ουρλιάζουν, γελάνε, κλαίνε (όλα μαζί) και γίνεται χαλασμός, λες και βρίσκεσαι σε αίθουσα νηπιαγωγείου την ώρα που χτυπάει το κουδούνι για διάλειμμα. Κάποια μητέρα βάζει μία φωνή κάπου- κάπου, πατώντας νευρικά το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο. Ουσιαστικά περίμενε να τελειώσει το τσιγάρο, για να φωνάξει: ‘‘Για ελάτε εδώ, γιατί νομίζω ότι το παρακάνατε. ‘Έχετε ξεσηκώσει τον κόσμο και θα πνιγείτε με τα ψωμιά που έχετε μπουκώσει το στόμα σας’’. ‘‘Δεν ακούτε το Γιώργο που τρέχει και βήχει συνεχώς’’; ‘‘Δεν πνίγηκε θεία, ήταν άρρωστος και μέχρι εχθές το βράδυ είχε πυρετό και βήχα’’, λέει η αδερφή του Γιώργου στη θεία της, για να της πει έμμεσα ότι αύριο Δευτέρα, θα είναι άρρωστα και τα δικά της παιδιά, γιατί ο Γιώργος μεταδίδει ακόμη τον ιό. Απλά η μητέρα του Γιώργου ήταν πεπεισμένη για την ασφάλεια του παιδιού της και των άλλων παιδιών, γιατί πήρε τον παιδίατρο, και ναι μεν δεν τον βρήκε, αλλά ήταν σίγουρη ότι θα της έλεγε ‘‘να βγει έξω το παιδί, δεν έχει πρόβλημα’’. Και τις άλλες φορές που τον πήρε και δεν το βρήκε έτσι θα της έλεγε αν τον έβρισκε.

Ήδη, από την κουζίνα έρχεται μία ‘‘λαδίλα’’ από λάδι που έχει τηγανίσει 1,5 τόνο πατάτες, αλλά άσε να λέει ο κόσμος για το χρησιμοποιημένο λάδι και τα οξέα που δήθεν δημιουργούνται. Να μην ξεχνάμε ποτέ ότι ο παλιός είναι αλλιώς.

‘‘Παιδιά ελάτε, ήρθαν οι πατάτες’’

‘‘Σιγά βρε Ελπίδα θα πνιγείς, άσε να φάει και κανείς άλλος καμιά πατάτα’’

‘‘Κώστα, σταμάτα να τρως πατάτες. Σε λίγο θα έρθουν τα παϊδάκια’’.

‘‘Κοιτάξτε, ένα μικρό σαλιγκαράκι στη μαρουλοσαλάτα’’. ‘‘Καλά ρε Νίκο, σε κινέζικο μας έφερες’’; ‘‘Για να δούμε πόσο θα μας χρεώσουν τη μαρουλοσαλάτα και θα σου πω αν είναι τυχαίο γεγονός το σαλιγκαράκι ή μπήκε σκόπιμα ως βελτιωτικό γεύσης’’.

Να και τα παϊδάκια, ένα ψημένο λουκάνικο από όπου έβγαιναν τα μυρωδικά και σου δημιουργούσαν αναπνευστική δυσχέρεια, η φέτα με ρίγανη, λάδι και πιπέρι και το φρυγανισμένο ψωμί, γιατί αν δεν ψηνόταν θα φαινόταν  ότι ήταν από την προηγούμενη Κυριακή.

‘‘Παιδιά ελάτε!’’

‘‘Δεν πεινάω μαμά, έφαγα πατάτες και ψωμί και χόρτασα. Το ίδιο και η Αγνή’’

‘‘Φάτε εσείς, εμείς θα βγούμε έξω να παίξουμε’’.

Ήδη γεμίζει το μαγαζί από ανυπόμονους που αργούν να φάνε και καπνίζουν το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Ο βήχας του Γιώργου χειροτερεύει και ακούγεται ο πατέρας του: ‘‘Κυρία Σοφία, δεν βάζεις τον  εξαερισμό; Θα πνιγούμε εδώ μέσα  από τον καπνό’’.

Δεν δουλεύει, χάλασε, λέει η Σοφία. Θα ανοίξω την πόρτα.

‘‘Κλείστε βρε παιδιά τη πόρτα, πουντιάσαμε, ποιος την άνοιξε;’’

‘‘Θα πνιγούμε κύριε από τον καπνό γι’αυτό την ανοίξαμε.’’

‘‘Όποιος θέλει καθαρό αέρα, να βγει να φάει έξω στο πεζοδρόμιο. Υπάρχουν δύο τραπέζια. Μόνο ανεβάστε επάνω τις καρέκλες που είναι στο δρόμο, μη σας κόψει κανένα αυτοκίνητο’’.

‘‘Κοίταξε ρε που  κάνει και χιούμορ ο κύριος’’.

Δεν συνεχίζω γιατί ακολουθεί μία συζήτηση μεταξύ των ‘κυρίων’ με πολλά στοιχεία παιδαγωγικού χαρακτήρα , που ευτυχώς τα παιδιά είχαν  βγει έξω.

‘‘Παιδιά δεν καταλαβαίνετε ότι δεν μπορείτε να παίζετε κυνηγητό στο δρόμο; Είναι επικίνδυνο!’’

‘‘Ε, που να παίξουμε  μαμά! Δεν έχει άλλο χώρο.’’

‘‘Γιατί δεν πήγαμε όλοι μαζί στην εξοχή που μας πήγε την άλλη φορά ο θείος Μίμης, για να παίξουμε και εμείς;’’ (Αυτή τη φράση φίλοι μου να την κρατήσετε, γιατί θα μας χρειασθεί)

Ωστόσο φαγώθηκαν τα παϊδάκια που είχαν παραγγείλει για τα παιδιά αλλά τα φάγανε οι γονείς και ώρα για το λογαριασμό. Να πάμε στα σπίτια μας, γιατί φάγαμε πολύ, μας βάρεσε και το κρασί στο κεφάλι και πρέπει να «ρίξουμε» κανένα δίωρο υπνάκο, έτσι για να χωνέψουμε και να ξεκουραστούμε λίγο. Βλέπεις, γυμναστήκαμε αρκετά σήμερα. Και τα σαγόνια θέλουν ξεκούραση. Του Γιώργου ο δεξιός μασητήρας έπαθε κράμπα.

Ευτυχώς έχουν σταματήσει τα test αλκοόλ στο δρόμο γιατί δεν υπάρχουν αστυνομικοί να τα κάνουν. Έχουν μεταφερθεί όλοι στις φρουρές πολιτικών, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών και μεγαλοοφειλετών της  εφορίας, γιατί αν τους σκοτώσει κανείς, ποιος θα πληρώσει φόρους.

Ωστόσο, να και ο λογαριασμός, γραμμένος σε μια χαρτοπετσέτα!

‘‘Ρε παιδιά, σαν ακριβό δεν μοιάζει το μαγαζί; Και δεν χρέωσε και τη μαρουλοσαλάτα με κρέας; Τριάντα ευρώ το άτομο, και τι φάγαμε; Έ ρε σπίτι μου, σπιτάκι μου.’’

‘‘Σταμάτα Θύμιο, έχω βαρεθεί να το ακούω αυτό το ‘σλόγκαν’ και την άλλη Κυριακή πάλι έξω θα είμαστε.’’

Αγαπητοί Φίλοι,

Πρώτον κάθε όνομα που αναφέρω είναι τυχαίο. Δεύτερον. Κάθε ομοιότητα με τον τρόπο ζωής σας είναι τυχαία. Τρίτον. Στην αφήγηση πιθανόν να διαπιστώσετε ότι υπάρχουν κάποιες υπερβολές,  θέλησα όμως μέσα από αυτές να τονίσω την πραγματικότητα. Τέταρτον: θα ρωτήσετε και τι να κάναμε τις αργίες θα κλειστούμε μέσα εμείς και τα παιδιά μας;

Απάντηση: Μα μέσα δεν κλειστήκατε;

Ναι, κλειστήκατε μέσα και μάλιστα με συνθήκες τις οποίες πληρώσατε ακριβά, όπως είπατε.

Φίλοι μου, δεχόμαστε πιέσεις από πολλές πλευρές και κυρίως  αυτές είναι οικονομικές. Μας δίνεται  λοιπόν η ευκαιρία να αλλάξουμε τον τρόπο ζωής. Αλλαγή τρόπου ζωής δεν είναι αυτά τα –επιτρέψτε μου- ‘χαζά’ , εναλλακτικού τύπου. Το γάλα που παίρνω στο παιδί είναι βιολογικό. Έχω κόψει τα πατατάκια με αλάτι και   τους δίνω  με ρίγανη. Το μέλι το παίρνω από έναν παραγωγό από τον Πάρνωνα, που το φέρνει στην Αθήνα και το πουλάει σε σπίτια. Το κρέας μου το φέρνει η μητέρα μου από το Διδυμότειχο, καθώς και τα αυγά.

Κατά πάσα πιθανότητα το γάλα ΔΕΝ είναι βιολογικό, τα πατατάκια έχουν και αλάτι και ρίγανη, το μέλι δεν είναι του Πάρνωνα, αλλά και αν είναι, πολύ πιθανό να είναι νοθευμένο και τα Μοσχάρια από το Διδυμότειχο μεγαλώνουν όπως τα μοσχάρια στη Μαλακάσα, στη Θεσαλία, στη θράκη ή

αλλού, μέσα σε κλουβιά, με πίτες που περιέχουν ορμόνες, αντιβιοτικά κ.α.

Όταν λέω να αλλάξουμε τον τρόπο ζωής μας, εννοώ:

  1. να μαγειρεύουμε στο σπίτι και να υπάρχει πάντα μαγειρεμένο φαγητό για όλη την οικογένεια. Το φαγητό αυτό είναι απείρως νοστιμότερο, ποιοτικά καλύτερο  και πιο φρέσκο.
  2. αν δεν είναι εφικτό καθημερινά, όποτε μπορούμε να καθόμαστε όλοι μαζί στο τραπέζι. Το φαγητό σε κοινό τραπέζι για όλους , δένει την οικογένεια.
  3. να μην σπαταλάμε χρήματα, με την ευκολία που το κάναμε προ 2-3 ετών και να περιοριζόμαστε μόνο στα απαραίτητα.
  4. να μην πετούμε χρήσιμα πράγματα και προπαντός τρόφιμα.
  5. να είμαστε περισσότερο αλληλέγγυοι και να βοηθάμε όσους το χρειάζονται, όπως μπορούμε, όσο μπορούμε και τέλος
  6. να γυρίζουμε όλο και περισσότερο, όλο και συχνότερα στη φύση.

Σ’ αυτό το τελευταίο θα ήθελα να σταθώ και να εξηγήσω γιατί ασχολήθηκα με την  ‘‘Ταβέρνα’’ στην εκτεταμένη εισαγωγή. Δεν έχω τίποτα με τους ανθρώπους που τους λέμε ταβερνιάρηδες, γιατί είναι μια τάξη ανθρώπων που είναι συμπαθείς και από την άλλη μεριά δεν ξεπετάχτηκαν οι ταβέρνες τυχαία σε κάθε γωνία. Επέβαλε την παρουσία τους ο τρόπος της ζωής μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τα περίφημα «CAFÉ’. Πάμε για καφέ, σου λένε και σέρνουν μαζί τους ένα δυστυχισμένο 5χρονο και ένα κοιμισμένο στο καρότσι 14μηνο, για να ‘διασκεδάσουν’ και αυτά μαζί τους. Μα είναι δυνατόν να διασκεδάσουν έτσι δύο παιδιά; Είναι δυνατόν το 5χρονο που έχει μνήμη να μην σου θυμίσει κάποια στιγμή, ότι δεν έπαιξε παρά μόνο στο σχολείο, υπό το άγρυπνο βλέμμα του επιτηρητή δασκάλου;

Αγαπητοί φίλοι γονείς. Νέοι γονείς, θα έλεγα. Ο γάμος δεν είναι απλό πράγμα και δεν κλείνει η αυλαία με τα πυροτεχνήματα στην εκκλησία. Αντίθετα, τότε ανοίγει! Πολύ περισσότερο δεν είναι απλό πράγμα η μητρότητα και πατρότητα.  Χρειάζονται θυσίες για να σταθεί όρθιο ένα σπίτι και να στηθεί στέρεα μια οικογένεια. Από εκείνη την εκπληκτική στιγμή του γάμου και μετά, πρέπει να κάνουμε δύο πράγματα για μας και οκτώ για τα παιδιά μας.

Όλα αυτά τα γράφω γιατί είμαι έμπειρος πατέρας που μεγάλωσα με τη γυναίκα μου και κυρίως μ’αυτή, δύο παιδιά και συχνά κάθομαι και μετρώ τα λάθη μας, ενώ αυτή την πείρα μου την έχω στήσει επάνω σε ένα θεωρητικό υπόβαθρο που είναι η επιστήμη που σπούδασα. Αν αισθάνομαι και συμπεριφέρομαι ως ‘‘Δικηγόρος της οικογένειας και κυρίως των παιδιών’’, συγχωρέστε με, μια και δεν με έχετε διορίσει για αυτό το ρόλο.

Η Ελλάδα διαθέτει πολύ Ήλιο, λαμπερό ουρανό και κυρίως εξοχές. Μπορεί αυτές να μην είναι οργανωμένες όπως στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική, όμως  οι καιρικές συνθήκες μας επιτρέπουν να τις επισκεπτόμαστε πολλούς μήνες κατά τη διάρκεια του έτους, με ιδανικές θερμοκρασίες. Όπως μπορούμε να επισκεπτόμαστε Αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται σε εξοχικό περιβάλλον και να ζευγαρώνουμε την ψυχαγωγία με την μόρφωση.

Μπορούμε λοιπόν, ακόμη και αν ζούμε στην Αθήνα, όπου οι αποστάσεις είναι σχετικά μεγάλες να φτάσουμε στην εξοχή σε 30΄- 40΄της ώρας. Είναι οι παραλίες μας για τους νότιους και εξοχές της Β. Αττικής για τους βόρειους, χωρίς να απαγορεύεται στον κάθε ένα να κινηθεί προς οποιαδήποτε κατεύθυνση επιθυμεί.

Δεν χρειάζεται ειδική προετοιμασία για ένα “ΠΙΚ-ΝΙΚ” στην εξοχή το μεσημέρι της Κυριακής. Με πρόχειρα φαγητά (τυρί – ντομάτα – ελιές – κεφτεδάκια – βραστή πατάτα, ζαμπόν, φρούτα) και ότι άλλο πρόχειρο υπάρχει στο σπίτι, κυρίως όμως χρειάζεται πολύ διάθεση. Μία, δύο ψάθες θαλάσσης, 1-2 καρεκλάκια, μία μπάλα και ότι άλλο κατεβάσει ο νους σας και φύγατε. Θα παίξετε, θα χαρείτε όλοι τη φύση, θα μάθουν τα παιδιά ότι η ελιά είναι δέντρο και όχι ένα ωοειδές πράγμα μέσα στο βάζο, ότι οι κότες έχουν πούπουλα και περπατάνε και δεν είναι… ‘‘γυμνές’’ σε ένα ψυγείο, τα πουλιά δεν είναι εκείνα τα “τέρατα” με τη γαμψή μύτη που βγάζουν κάτι ξηρούς, ανατριχιαστικούς ήχους και τα βλέπουμε στα “DVD για παιδιά” και τέλος θα έρθουν σε επαφή με την  εξοχή και θα  πλουτίσουν τις εμπειρίες τους. Θα τρέξετε πίσω από μία μπάλα, θα φτιάξετε μία αυτοσχέδια κούνια σε ένα δέντρο, θα τρέξετε με το ποδήλατο, θα παίξουν τα παιδιά με τα βότσαλα στη θάλασσα, θα ψάξουν στα βράχια για καβουράκια, θα φωνάξουν χωρίς να ενοχλήσουν κανέναν, θα γελάσετε και θα γελάσουν, θα ,θα ,θα… και τέλος θα γεμίσετε τα πνευμόνια σας με καθαρό αέρα, βουνίσιο ή θαλασσινό.

Ένα πρόχειρο τραπέζι στο γρασίδι θα φιλοξενήσει ότι έχετε κουβαλήσει μαζί σας, θα φάτε μία ποικιλία από τρόφιμα που επιλέξατε και το απόγευμα νωρίς θα επιστρέψετε. Τα παιδιά θα διηγούνται ιστορίες, θα ‘‘ξεραθούν’’, όπως συνηθίζετε να λέτε,  το βράδυ νωρίς και θα ζήσουν μία εβδομάδα με την ανάμνηση της εξοχής, το παιχνίδι και την παρέα με τους γονείς και την χαρά να ξαναζήσουν  το επόμενο Σάββατο ή την Κυριακή τις ίδιες εμπειρίες.

Κάπως έτσι φίλοι  μου, νέοι γονείς, θα πρέπει να διαμορφώσετε τη ζωή σας. Να είσαστε βέβαιοι, ότι τα παιδιά σας μετά από 20 χρόνια θα θυμούνται διάφορα απρόοπτα από την εξοχή( παιχνίδι, φαγητό, επαφή με την φύση) και θα τα διηγούνται. Κανένα δεν θα θυμάται την Κυριακή όπως την έχετε διαμορφώσει σήμερα, ούτε τον κινηματογράφο, ούτε τη βόλτα στα μαγαζιά, ούτε το ζαχαροπλαστείο.

Αν αποφασίσετε να ζήσετε πιο κοντά στη φύση, πιάστε την ευκαιρία να κουβεντιάσετε μαζί τους και να τους διδάξετε ότι η θέση του ανθρώπου είναι κοντά- μέσα στη φύση και όχι στον τεχνητό περίγυρο που όλοι μας διαμορφώσαμε.

Θα πάτε και στην ταβέρνα αλλά σε μια επέτειο και όχι κάθε Κυριακή. Και έτσι όταν μεγαλώσουν τα παιδιά σας,  θα κάνουν αναφορές στα ωραία φαγητά της μάνας τους και τις ατέλειωτες ιστορίες του πατέρα τους και όχι στα τηγανιτά κολοκυθάκια της κυρίας Σοφίας, στις «Μπλε Φράουλες».

…και μην ξεχνάτε! …φεύγοντας από το πικ-νικ, μην αφήνετε πίσω σας ίχνη!

Προστατεύουμε τη φύση!

 

…και ξεκινάει η οικογένεια με δύο παιδιά 19 μηνών και 3 ετών και αφού περάσει και από το σπίτι της κουνιάδας, άλλο ένα αντρόγυνο με δυο παιδιά…

δημοφιλη αρθρα

ειδατε προσφατα