Η ψυχολογική προσέγγιση των διδύμων
Διαβάστηκε 3,052 φορές

Στην εποχή μας λόγω της εξάπλωσης των τεχνικών της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής όλο και συχνότερα έχουμε γεννήσεις διδύμων.

Οι ιδιαίτερες συνθήκες κύησης, τοκετού και ανατροφής συμβάλλουν στην διαμόρφωση της προσωπικότητας των διδύμων. Η ανάπτυξη της προσωπικότητας οποιουδήποτε παιδιού είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του γενετικού του υλικού και των συνθηκών  του περιβάλλοντος στο οποίο μεγαλώνει.  Στα δίδυμα επιπρόσθετα παίζει ρόλο ότι από τη σύλληψή τους και μετά το περιβάλλον τα αντιμετωπίζει σαν μια κοινή μονάδα.  Είναι γενικά παραδεκτό ότι οι βέλτιστες συνθήκες ανατροφής τους είναι εκείνες που βοηθούν έτσι ώστε το κάθε παιδί να αναπτύξει αυτόνομα την προσωπικότητα του. Οι γονείς πρέπει να έχουν πάντα κατά νου, ιδιαίτερα για τα μονοζυγωτικά και του ιδίου φύλου δίδυμα , τη σημασία που έχει για αυτά τα παιδιά να διακρίνονται και να αντιμετωπίζονται ως δύο διαφορετικοί και ξεχωριστοί άνθρωποι και να μην αποτελεί ο ένας καθρέπτη του άλλου.

Κύηση διδύμων

Το γεγονός της ανακάλυψης μιας δίδυμης κύησης εγείρει μια πληθώρα αντικρουόμενων συχνά συναισθημάτων όπως απορία, έκπληξη,  ενθουσιασμό αλλά  και  φόβο  που αφορά την έκβαση της κύησης και την αντιμετώπιση των προβλημάτων  της καθημερινότητας.

Αυτά τα συναισθήματα έρχονται αντιμέτωπα με την πραγματικότητα και την προσαρμογή της στις νέες συνθήκες: οικονομικές δυσκολίες λόγω των ταυτόχρονων αναγκών δύο παιδιών, απομόνωση λόγω έλλειψης χρόνου, μείωση ή τερματισμός επαγγελματικής δραστηριότητας κάποιου από τους δύο γονείς και πιθανόν ακόλουθες ψυχολογικές δυσκολίες αυτών λόγω των προαναφερθέντων θεμάτων. Με ιδιαίτερο άγχος αντιμετωπίζουν την τυχαία  δίδυμη κύηση πρωτότοκες γυναίκες και εκείνες οι οποίες δεν έχουν ανάλογα περιστατικά στο οικογενειακό τους ιστορικό.

Η  κατάσταση περιπλέκεται περισσότερο όταν η δίδυμη κύηση είναι αποτέλεσμα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής , γεγονός που πολλές φορές σχετίζεται με την προχωρημένη ηλικία της μητέρας και τον κίνδυνο προωρότητας στον τοκετό.

Η επίτευξη της εγκυμοσύνης με τις τεχνικές της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής συχνά έρχεται μετά από μακροχρόνιες και δαπανηρές (συναισθηματικά και οικονομικά) προσπάθειες. Όταν κάποια στιγμή επιτευχθεί η εγκυμοσύνη αρχίζει ο αγώνας για τη διατήρησή της. Ενώ ιατρικά δεν έχει αποδειχθεί διαφορετική από μια εγκυμοσύνη που έχει επέλθει φυσιολογικά, θεωρείται «πολύτιμη εγκυμοσύνη» και η εγκυμονούσα πρέπει να κάνει οτιδήποτε μπορεί για να τη διαφυλάξει. Έτσι περιορίζει τις δραστηριότητές της, απέχει από τις  σεξουαλικές σχέσεις, μένει στο κρεβάτι, ακόμα και όταν δεν υπάρχει λόγος γι’ αυτό (π.χ. αιμορραγία), προγραμματίζει τον τοκετό με καισαρική. Η ψυχική επιβάρυνση είναι μεγαλύτερη όταν κυοφορούνται δίδυμα λόγω των αυξημένων πιθανοτήτων  επιπλοκών.

Γνωρίζουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο η μητέρα έχει βιώσει την εγκυμοσύνη επηρεάζει τις αναπαραστατικές της ικανότητες και τη σχέση με το παιδί που θα γεννηθεί. Μητέρες που έχουν άγχος σχετικά με την επιβίωση και τη γέννηση υγιούς βρέφους έχουν και περισσότερες  αποφευκτικές συμπεριφορές (συνομιλούν λιγότερο με τα έμβρυα, δεν προετοιμάζονται για τον τοκετό)  και αναφέρουν  περισσότερο άγχος για μελλοντικά προβλήματα κατά τη διάρκεια των παιδικών χρόνων και για πιθανό αποχωρισμό από το παιδί τους. Φαίνεται ότι λειτουργούν αμυντικοί μηχανισμοί με σκοπό να προστατευτούν από πιθανές απογοητεύσεις από τη μη ομαλή έκβαση της κύησης και προβολές ότι και στο μέλλον θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Η θέση των γονέων

Ο ρόλος της μητέρας, αλλά και του πατέρα, των δίδυμων παιδιών έχει αρκετές ιδιαιτερότητες.

Πρακτικά υπάρχει μεγαλύτερη επιβάρυνση από άποψη χρόνου  και προσπάθειας κατά τη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας. Ο χρόνος των γευμάτων π.χ. πολλαπλασιάζεται επί δύο και αν τα βρέφη ακολουθούν διαφορετικό πρόγραμμα στα γεύματά τους, η μητέρα θα πρέπει να αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας για να τα ταΐσει. Ο ύπνος επίσης μπορεί να παρουσιάσει δυσκολίες και τα νυχτερινά ξυπνήματα του ενός βρέφους να προκαλούν αντίστοιχες αντιδράσεις και στο άλλο.

Η απουσία της δυαδικής σχέσης, με την έννοια ότι εγκαθιδρύεται μια τριαδική σχέση ανάμεσα στα παιδιά και τη μητέρα λόγω της συνεχούς παρουσίας δύο παιδιών, μπορεί να εμποδίσει κάποιες εξελικτικές φάσεις. Η  μητέρα, προσπαθώντας να φέρει σε πέρας το ρόλο της,  προσπαθεί να ξαναδημιουργήσει τη δυαδική σχέση παρέχοντας αφιερώνοντας χρόνο ξεχωριστά στα δύο παιδιά.

Ορισμένες φορές καλείται ο πατέρας να αναλάβει ενεργό μέρος . Ο πατέρας, από την πλευρά του, εγκαθιδρύει μια ιδιαίτερη δυναμική εισχωρώντας στην τριαδική σχέση μητέρας-παιδιών, παίζοντας το ρόλο του ‘μητρικού διπλού’, όπως λέγεται, δηλαδή εμπλέκεται γρήγορα συναισθηματικά και κατά έναν τρόπο μοιράζεται τη μητρική σχέση.

Άλλοτε οι γονείς μοιράζουν τα καθήκοντα και κατά κάποιο τρόπο αναλαμβάνει  ο καθένας την ευθύνη ενός παιδιού. Σ’ αυτή την περίπτωση, κάθε παιδί έχει διαφορετικό αντικείμενο προσκόλλησης (ο ισχυρός συναισθηματικός δεσμός που αναπτύσσει το παιδί προς το κύριο πρόσωπο που το φροντίζει) . Το ένα παιδί έχει σαν αντικείμενο προσκόλλησης την μητέρα ενώ για το άλλο ο πατέρας παίζει το ρόλο του μητρικού υποκατάστατου.

Συχνά οι γονείς διαφοροποιούν τα δίδυμα και το ένα θεωρείται μεγαλύτερο γιατί η γέννηση του προηγήθηκε του άλλου κατά μερικά λεπτά ή το βάρος του ήταν μεγαλύτερο από εκείνο του αδελφού του. Άλλοτε είναι η προσωπικότητα του παιδιού που το οδηγεί στο να αναλάβει ένα τον ρόλο του «μεγαλύτερου» ή του «αρχηγού» στην δυάδα.

Κάποιες έρευνες δείχνουν ότι οι μητέρες είναι πιο αγχώδεις και καταθλιπτικές και έχουν λιγότερη ευαισθησία και ανταποκρισιμότητα σε κάθε παιδί ξεχωριστά, ενώ υπογραμμίζεται η ιδιαίτερη συνθήκη της δυαδικής σχέσεις που τροποποιείται.   Δυσκολεύονται να συνδεθούν με το κάθε βρέφος ξεχωριστά  και  νοιώθουν ενοχές για το ότι σε  κανένα δεν δείχνουν αρκετή προσοχή. Η κατάσταση χειροτερεύει, αν για κάποιο λόγο προερχόμενο από την ίδια την μητέρα ( προτίμηση σε κάποιο παιδί ) ή από το βρέφος (έχει περισσότερες ανάγκες ή τις εκφράζει εντονότερα), η μητέρα οδηγείται στο να δείξει περισσότερο ενδιαφέρον για το ένα παιδί.

Λόγω της ψυχικής επιβάρυνσης και των δύο γονέων δημιουργούνται  συγκρούσεις στο ζευγάρι σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ότι σε ζευγάρια που αποκτούν ένα παιδί. Γι’ αυτό το λόγο, οι γονείς χρειάζονται συχνότερα συμβουλευτική για τον καλύτερο δυνατό χειρισμό αυτής της κατάστασης, που θα επιφέρει την καλύτερη δυνατή έκβαση για τη δυναμική ανάμεσα σε όλα τα μέλη της οικογένειας.

Η ευρύτερη οικογένεια

Ο ερχομός των διδύμων αλλάζει την ζωή της οικογένειας. Όταν προέρχονται από υποβοηθούμενη αναπαραγωγή πρόκειται συνήθως για τα πρώτα παιδιά στην οικογένεια.  Τα περιμένουν με μεγάλη προσδοκία οι γονείς αλλά και η ευρύτερη οικογένεια, η οποία πρόθυμα δέχεται  να βοηθήσει.  Αποτελούν «πολύτιμα» παιδιά, τα οποία θεωρούνται «ευάλωτα» λόγω των συνθηκών σύλληψης τους και συνήθως υπερπροστατεύονται από τους ενήλικες.

Όταν προέρχονται από φυσιολογική κύηση συχνά υπάρχουν μεγαλύτερα αδέλφια, τα οποία  πρέπει και εκείνα με τη σειρά τους να προσαρμοστούν στις νέες οικογενειακές συνθήκες.    Εκτός από τη συνηθισμένη ζήλεια που νιώθουν για τον ερχομό μικρότερου παιδιού, έχουν να αντιμετωπίσουν την έλλειψη προσοχής από τους γονείς τους που στρέφεται στα δίδυμα και την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσεται  μεταξύ των δύο διδύμων και αφήνει τα άλλα αδέλφια απ’έξω. Σημαντικό ρόλο παίζει ο τρόπος που διαχειρίζονται την κατάσταση οι γονείς. Οι γονείς θα πρέπει  όσο μπορούν, να ασχοληθούν με το μεγαλύτερο παιδί. εξηγώντας τον ρόλο του και τη δυνατότητα του να βοηθήσει  στο μεγάλωμα των διδύμων.

Το μεγάλωμα των διδύμων επιβαρύνει εξαιρετικά τους γονείς  από άποψη χρόνου και σωματικής κούρασης γι’ αυτό ζητούν συχνότερα την βοήθεια της ευρύτερης οικογένειας. Ότι ισχύει για τους γονείς ως προς την προσπάθεια διαφοροποίησης των δύο παιδιών ισχύει και  για τις  γιαγιάδες και τους  παππούδες που  συμμετέχουν στην καθημερινή φροντίδα των παιδιών.  Θα ωφελούσε να έχουν ιδιαίτερες σχέσεις με το καθένα, να παρέχουν φροντίδες σε ξεχωριστό χρόνο και να οδηγούν σε δραστηριότητες το κάθε παιδί ξεχωριστά.

Ιδιαιτερότητες στην ανάπτυξη των διδύμων

Μια δίδυμη κύηση έχει περισσότερες πιθανότητες επιπλοκών και υψηλά ποσοστά γέννησης πρόωρων ή/και ελλειποβαρών βρεφών.

Είναι επίσης γνωστό ότι τα πρόωρα και τα χαμηλού βάρους γέννησης παιδιά έχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αναπτυξιακών δυσκολιών, κυρίως στον τομέα της ομιλίας, της κινητικότητας και της νοητικής ανάπτυξης.

Τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι τα δίδυμα έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν καθυστέρηση στην ανάπτυξη του λόγου.   Η αιτιοπαθογένεια αυτών των δυσκολιών είναι πολυπαραγοντική, με βιολογική  συμμετοχή (προωρότητα) καθώς επίσης και περιβαντολλογική  (οι γονείς τους διαθέτουν λιγότερο χρόνο για ατομική προσοχή στο καθένα και μειωμένες λεκτικές αλληλεπιδράσεις).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εμφάνιση μιας  ιδιωτικής γλώσσας, της γλώσσας των διδύμων. Πρόκειται για ένα είδος ανώριμης, μη κατανοητής από άλλους γλώσσας που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την επικοινωνία μεταξύ τους. Αυτή η ιδιαίτερη κατάσταση επικοινωνίας και απασχόλησης του ενός με το άλλο περιορίζει τα κίνητρα για να περιεργαστούν τον κόσμο που τους περιβάλλει ή για να επικοινωνήσουν με τους γύρω τους  και είναι ένας επιπλέον λόγος που οδηγεί σε καθυστέρηση της ανάπτυξης του λόγου.

Αν τα προβλήματα αυτά δεν αντιμετωπισθούν μέχρι την ηλικία της σχολικής φοίτησης, μπορεί να υπάρξουν μαθησιακά προβλήματα. Οι αναπτυξιακές διαταραχές λόγου συνδέονται με μειωμένη αναγνωστική ικανότητα  και δυσλεκτικού τύπου διαταραχές.

Δίδυμα που  έχουν γεννηθεί πρόωρα παρουσιάζουν επίσης μεγαλύτερες πιθανότητες καθυστέρησης στο περπάτημα, στις αδρές και λεπτές κινήσεις αλλά και στην ανάπτυξη των ικανοτήτων για παιχνίδι που απαιτεί οπτικοκινητικό συντονισμό (ποδόσφαιρο, ποδήλατο).

Η  ψυχολογική ανάπτυξη των διδύμων

Καθ’ όλη την εξελικτική πορεία από την βρεφική ηλικία μέχρι και την ενήλικη ζωή, οι δίδυμοι βιώνουν μια εσωτερική σύγκρουση. Κυμαίνονται ανάμεσα σε δύο πόλους, την μεγάλη ανάγκη εξάρτησης και συμβίωσης και ταυτόχρονα την ανάγκη διαφοροποίησης και αυτονομίας. Είναι δύσκολο να ισορροπήσουν την επιθυμία διατήρησης ενός μοναδικού δεσμού μεταξύ τους αλλά επίσης να διαμορφώσουν ο καθένας τη δική του ατομική ταυτότητα.

Νεότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι τα έμβρυα έχουν ανεπτυγμένες αισθητηριακές ικανότητες και η συναισθηματική κατάσταση της μητέρας μπορεί να τα επηρεάσει.  Τα δίδυμα μοιράζονται τον ίδιο χώρο και τις ίδιες αισθητηριακές εμπειρίες κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ζωής  γεγονός που μας κάνει να υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας βιολογικός και συναισθηματικός δεσμός μεταξύ τους ακόμη και πριν από τη γέννηση τους.

Κατά τους πρώτους μήνες της ζωής δημιουργείται φυσιολογικά μια συμβιωτική σχέση του βρέφους με τη μητέρα. Στην περίπτωση των διδύμων η συμβιωτική σχέση υπάρχει και μεταξύ τους   και  δύσκολα διαφοροποιούν τον  εαυτό  τους από τον αδελφό τους  ή την μητέρα.

Στην ηλικία των 6-8 μηνών εγκαθίσταται η φοβία του ξένου και αρχίζει η διαδικασία αποχωρισμού. Το βρέφος αντιλαμβάνεται πλέον την μητέρα του σαν ξεχωριστό πρόσωπο και είναι σε θέση  να διαχωρίσει τον εαυτό του από τους άλλους. Αυτό το αναπτυξιακό στάδιο φαίνεται να καθυστερεί στα δίδυμα , τα οποία εξακολουθούν να είναι σε πολύ στενή σχέση το ένα με το άλλο. Σε περιπτώσεις φυσικής απουσίας της μητέρας τους  η παρουσία ενός φαίνεται να λειτουργεί καθησυχαστικά για το άλλο  και παρηγορούνται μεταξύ τους, μη βιώνοντας έτσι το άγχος αποχωρισμού.

Η κατάκτηση του λόγου μπορεί να καθυστερήσει όπως ήδη αναφέρθηκε,  λόγω της ιδιότυπης επικοινωνίας που αναπτύσσουν μεταξύ  τους. Η στενή σχέση μεταξύ τους δρα ανασταλτικά στην αναζήτηση επαφής με άλλα πρόσωπα και στην ανάγκη εξερεύνησης του περιβάλλοντος. Έτσι, τα δίδυμα αποτελούν ένα ζευγάρι υπερβολικά δεμένο, με έναν ιδιαίτερο κώδικα επικοινωνίας μεταξύ τους  αλλά  είναι ιδιαίτερα δειλά με τους ανθρώπους του ευρύτερου περιβάλλοντος.

Γενικότερα όλα τα αναπτυξιακά στάδια που οδηγούν στην διαφοροποίηση εαυτού και την

διαμόρφωση ατομικής  ταυτότητας αποκτούν ιδιαίτερη χροιά και το καθένα από τα δίδυμα επηρεάζεται σε σχέση με τον αδελφό του  χωρίς να μπορεί να αποτελεί ανεξάρτητη και αυτόνομη μονάδα.   Η ανάπτυξη του «Εγώ», η εικόνα εαυτού και η αυτό-επάρκεια  διαμορφώνονται σε συνάρτηση με τον άλλον και όχι ατομικά για κάθε ένα από τα δύο.

Στη σχολική ηλικία , περίοδο εξόδου από την οικογένεια και κοινωνικοποίησης στο ευρύτερο περιβάλλον καθοριστικό ρόλο θα παίξει η φοίτηση ή όχι στο ίδιο τμήμα και η ανάπτυξη αναξαρτήτων φιλικών σχέσεων. Στο σχολικό περιβάλλον  αλληλο-υποστηρίζονται  και το ένα υπερασπίζεται το άλλο, τόσο απέναντι στους δασκάλους όσο και σε άλλα παιδιά.  Για τα ομοζυγωτικά δίδυμα η διαφοροποίηση είναι δυσκολότερη γιατί ακολουθούν παρόμοια πορεία κοινωνικής ανάπτυξης. Έχουν συνήθως τις ίδιες κοινωνικές δεξιότητες , τις ίδιες προτιμήσεις  και τις ίδιες συμπεριφορικές αντιδράσεις. Τα δυζυγωτικά δίδυμα, διαφέρουν μεταξύ τους, και αν είναι και διαφορετικού φύλου μπορεί να συμπεριφέρονται όπως δύο αδέρφια διαφορετικής ηλικίας στην ίδια οικογένεια.

Στην εφηβική ηλικία , κατ’ εξοχήν περίοδο διεκδίκησης της αυτονομίας και ολοκλήρωσης της ταυτότητας, τα δίδυμα αδέλφια έχουν να επιτελέσουν μια διπλή λειτουργία, την απομάκρυνση από τους γονείς τους αλλά και τον αποχωρισμό από τον δίδυμο αδελφό.  Οι σχέσεις με συνομηλίκους, η απαρχή της σεξουαλικής ζωής , ο επαγγελματικός προσανατολισμός που σηματοδοτούν το τέλος της παιδικής ηλικίας και το ακόλουθο πέρασμα στην ενήλικη ζωή τονίζουν  φαίνονται πιο απαιτητικά και ίσως δυσκολότερα για τα  δίδυμα αδέλφια, που για να τα αντιμετωπίσουν θα πρέπει να έχουν ήδη ρυθμίσει την μεταξύ τους σχέση.

Αναμφίβολα θα συνεχίσει να υπάρχει  στενή σύνδεση ανάμεσα στα δίδυμα. Αυτός ο δεσμός παραμένει σε όλη τη ζωή τους ως ένα ξεχωριστό σύμβολο της ταυτότητάς τους ως δίδυμο ζευγάρι.

Παρ’ ότι οι δίδυμοι  έχουν την τάση να είναι πάντα μαζί και να κάνουν τα ίδια πράγματα υπάρχουν αντιπαραθέσεις, ανταγωνισμοί και ζήλειες,  που δείχνουν την ανάγκη τους να είναι διαφορετικά και εντελώς ανεξάρτητα άτομα.

Η επιθετική συμπεριφορά μεταξύ τους κυρίως στην πρώτη παιδική ηλικία δεν είναι σπάνιο φαινόμενο και οι διεκδικήσεις τους απέναντι στη μητέρα μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονες.

Στο σχολικό περιβάλλον το να συγχέονται μεταξύ τους, τα διασκεδάζει  ή τους προσφέρει και κάποια προνόμια. Ταυτόχρονα όμως διεκδικούν την αναγνώριση από τους άλλους της μοναδικότητας τους και της προσωπικής τους ταυτότητας.

Ο βαθμός της απομάκρυνσης και της διαφοροποίησης που θα πρέπει να επιτύχει κάποιος από το δίδυμό αδελφό του είναι ένα ζήτημα ανοιχτό σε όλη την πορεία της ζωής του.  Κάποιοι ακολουθούν κοινή πορεία με παρόμοιες επιλογές και  εξακολουθούν να ντύνονται και να μιλούν με τον ίδιο τρόπο και σε μεγάλη ηλικία ενώ κάποια άλλα δίδυμα ακολουθούν την προσωπική τους διαδρομή  με εντελώς διαφορετικές επιλογές και εμπειρίες.

Κανόνες για την ανατροφή τους

Συχνά οι γονείς και το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον ζητούν συμβουλές για το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος ανατροφής και συμπεριφοράς απέναντι στα δίδυμα. Ειδικά στην αρχή της σχολικής φοίτησης οι περισσότεροι βρίσκονται σε δίλλημα αν τα παιδιά πρέπει να φοιτήσουν στην ίδια ή διαφορετική τάξη.

Είναι βέβαιο ότι  τα δίδυμα αδέλφια έχουν ιδιαίτερες ανάγκες, και οι γονείς πρέπει να τις καλύψουν προσπαθώντας να ενισχύονται οι διαφορετικές κατευθύνσεις και κλίσεις που θα τα οδηγήσουν στην ανάπτυξη μιας υγιούς και ανεξάρτητης προσωπικότητας αλλά ταυτόχρονα να  προφυλάσσεται αυτός ο μοναδικός δεσμός που έχουν μεταξύ τους.

Για να αναπτυχθεί επαρκώς η ατομικότητά τους  θα πρέπει να ευνοείται ο διαχωρισμός τους. Το να μην ντύνονται ομοιόμορφα, το να έχει το καθένα το δικό του χώρο,  το να έχουν ξεχωριστές δραστηριότητες και κυρίως το να διαθέτουν χρόνο οι γονείς ειδικά για το καθένα συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Μεγαλώνοντας θα πρέπει να έχει  ο  καθένας τις φιλίες του, τα ενδιαφέροντά του, τις ατομικές εξόδους και την  ατομική του θέση  στην οικογένεια. Θα πρέπει να αναφέρονται ξεχωριστά οι ικανότητες και τα χαρακτηριστικά του καθενός, όπως και οι  ανταμοιβές και οι τιμωρίες για τη συμπεριφορά τους να γίνονται ατομικά.  Το ευρύτερο περιβάλλον επίσης θα πρέπει να τα διαχωρίζει  ως  διαφορετικές οντότητες και  οι αναφορές να γίνονται με το όνομα τους και όχι σαν μια κοινή  μονάδα που την αποτελούν “τα δίδυμα”.

Όσον αφορά την φοίτηση  η σύγχρονη επιστημονική άποψη  προτείνει τον χωρισμό των διδύμων σε διαφορετικά τμήματα ή ακόμα και  σχολεία για να ενισχυθεί η ατομικότητά τους.

Θα ήταν σωστότερο όμως πριν παρθεί μια τέτοια απόφαση να εξετασθούν και άλλοι παράμετροι που αφορούν τα παιδιά την οικογένεια τους και το σχολείο που θα φοιτήσουν.

Αν βρίσκονται στην ίδια τάξη π.χ. μονοζυγωτικά δίδυμα, μπορεί οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές τους να δυσκολεύονται να τα ξεχωρίσουν. Για τα ίδια τα παιδιά αυτό μπορεί να έχει  κάποια οφέλη, εμποδίζει όμως το ζητούμενο που είναι η ατομικοποίηση τους. Στην ίδια τάξη επίσης τα  δίδυμα μπορεί να αφοσιώνονται το ένα στο άλλο και να μην κοινωνικοποιούνται με τους συμμαθητές τους ή να αποσπά το ένα την προσοχή του άλλου. Την ίδια στιγμή  οι επιδόσεις τους θα είναι υπό συνεχή σύγκριση, δημιουργώντας  έτσι  ζήλια και  προστριβή μεταξύ τους.

Από την άλλη πλευρά σε περίπτωση που τα παιδιά έχουν δυσκολίες αποχωρισμού , μπορεί να συζητηθεί το ενδεχόμενο να φοιτήσουν μαζί στο ίδιο τμήμα. Στην αρχή της σχολικής φοίτησης το παιδί έρχεται αντιμέτωπο με το άγχος αποχωρισμού από τη οικογένεια του και ίσως είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προστεθεί το άγχος αποχωρισμού από τον δίδυμο αδελφό του. Η κατάσταση αντιμετωπίζεται ευκολότερα αν τα δίδυμα είχαν την ευκαιρία  να είναι χωριστά πριν από τη σχολική  φοίτηση. Διαφορετικά προτείνεται ο αποχωρισμός να γίνεται βαθμιαία και ίσως τα παιδιά να παραμείνουν μαζί στον παιδικό σταθμό  ή / και τα νήπια.

Για πρακτικούς λόγους διευκόλυνσης της οικογένειας δίδυμα που έχουν κατακτήσει την ατομικοποίηση, που έχουν διαφορετικές προσωπικότητες και δεν προσκολλώνται το ένα στο άλλο μπορεί να φοιτήσουν μαζί.

Συμπερασματικά τα δίδυμα αδέλφια βρίσκονται σε ιδιαίτερες συνθήκες ψυχολογικής ανάπτυξης.

Το γεγονός ότι κυοφορήθηκαν και γεννήθηκαν μαζί  τα διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα παιδιά και επηρεάζει τον τρόπο που αναπτύσσονται και διαμορφώνουν την προσωπικότητά τους.

Η σωστή γονεϊκή θέση θα τα βοηθήσει έτσι ώστε  να αποφύγουν την εξάρτηση μεταξύ τους  και την μη πρόσβαση σε ατομική ταυτότητα,  αλλά αντίθετα να διατηρήσουν το ψυχικό δέσιμο που δημιουργεί συναισθήματα ασφάλειας και εμπιστοσύνης και οδηγεί σε μια πιο εύκολη και χαρούμενη ζωή.

 

δημοφιλη αρθρα

ειδατε προσφατα