Ιβουπροφαίνη ή Acetaminophen/κωδεΐνη
Διαβάστηκε 438 φορές

Γράφτηκε στις


Σκοπός της μελέτης είναι η σύγκριση της αναλγητικής δράσης σε παιδιά, των οπιούχων και των μη-οπιούχων αναλγητικών, η σύγκριση των ανεπιθύμητων ενεργειών των δύο φαρμάκων, αλλά και η γενικότερη θεώρηση της χορήγησης αναλγητικών σε παιδιά μετά από σοβαρούς τραυματισμούς.

Η έρευνα αυτή παρέχει ένα σημαντικό οδηγό για την αντιμετώπιση του πόνου σε παιδιά με σοβαρούς τραυματισμούς.

Οι συμμετέχοντες στην μελέτη ήταν παιδιά ηλικίας μεταξύ 5 και 17 ετών που προσήλθαν στο τμήμα επειγόντων περιστατικών νοσοκομείου παίδων στις Ηνωμένες Πολιτείες με πόνο στα άκρα. Ο πόνος βαθμολογείται με τουλάχιστον 5 στην κλίμακα του 10. Τα παιδιά που είχαν λάβει αναλγητικά εντός 6 ωρών από την παρουσίαση αποκλείστηκαν από τη μελέτη.

Τα παιδιά χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες, για να λάβουν είτε acetaminophen-κωδεΐνη (1 mg / kg κωδεΐνη, κατ ‘ανώτατο όριο 60 mg) ή ibuprofen (10 mg / kg, κατ’ ανώτατο όριο 400 mg). Την λοιπή κλινική φροντίδα είχαν οι θεράποντες ιατρούς.

Ο πόνος των παιδιών εκτιμήθηκε με βάση το χρώμα Analog Scale (CAS). Επανεκτιμήθηκε 40 λεπτά μετά τη λήψη των αναλγητικών. Οι ερευνητές μέτρησαν επίσης τον πόνο σε 20 και 60 λεπτά μετά την χορήγηση των αναλγητικών και παρακολούθησαν την πιθανή εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών από τα φάρμακα.

Από τα 153 επιλεγμένα παιδιά, τα 85 αποκλείστηκαν από τη συμμετοχή, κυρίως εξαιτίας της πρόσφατης θεραπείας με αναλγητικό φάρμακα και τα υπόλοιπα 66 παιδιά χωρίστηκαν σε ομάδες θεραπείας. Η τυχαιοποίηση του δείγματος από τους ερευνητές κρίθηκε επιτυχής, όπως αξιολογήθηκε από ερωτηματολόγια μετά την ολοκλήρωση της μελέτης.

Τα επιμέρους δεδομένα της έρευνας ήταν ανάλογα μεταξύ των 2 ομάδων θεραπείας. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 10 ετών, και σχεδόν το ήμισυ των ασθενών ήταν κορίτσια και είχαν μέσο βαθμό πόνου κατά την αρχική αξιολόγηση λίγο πάνω από 7 (σε 10-βάθμιας κλίμακας). Το δείγμα διέφερε μόνο από πλευράς φυλετικής προέλευσης. Περισσότερο από τα μισά παιδιά της μελέτης είχαν κατάγματα άνω άκρου, με την κερκίδα και την ωλένη να είναι η πιο συχνές εντοπίσεις του κατάγματος.

Εγινε σύγκριση 2 κοινών αναλγητικών που δίνονται συχνά στα παιδιά με σοβαρούς τραυματισμούς των άκρων, και φάνηκε ότι η αναλγητική δράση της ιβουπροφαίνη ήταν παρόμοια με εκείνη της ακεταμινοφαίνης με κωδεΐνη, σε όλο το φάσμα της μελέτης.

Περιορισμός της μελέτης αποτελεί κυρίως ο μικρός αριθμός των συμμετεχόντων, λόγω του αποκλεισμού των παιδιών που είχαν λάβει αναλγητική θεραπεία στο σπίτι. Επίσης πιθανόν θα μπορούσε κανείς να πει ότι περιορισμό στη μελέτη αποτελεί και το ότι τα παιδιά που συμπεριελήφθησαν δεν προέρχονταν από συνεχόμενη είσοδο των παιδιών στο νοσοκομείο.

Σημαντικά βιβλιογραφικά σημεία

Οι τραυματισμοί είναι πάρα πολύ συχνοί στην παιδική ηλικία και μερικές φορές μπορεί να είναι σοβαροί. Το 2005, τα ατυχήματα ήταν η κύρια αιτία θανάτου μεταξύ των παιδιών και των εφήβων στις ΗΠΑ, αντιπροσωπεύοντας το 42,4% της θνησιμότητας των ατόμων ηλικίας μεταξύ 1 και 19ετών. Ευτυχώς, τα περισσότερα από τα ατυχήματα στα παιδιά δεν είναι απειλητικά για τη ζωή τους και όπως φαίνεται από την παρούσα μελέτη συχνότερα είναι τα κατάγματα του βραχίονα και του αντιβραχίου. Ωστόσο όμως πολλά από αυτά τα παιδιά δεν λαμβάνουν επαρκή αναλγησία για τους τραυματισμούς τους.

• Σε μελέτη που συμμετείχαν 1.210 παιδιά έδειξε ότι για τις καθημερινές ιατρικές πράξεις (φλεβοκεντήσεις, ρινογαστικοί σωλήνες) ελάχιστα έως κανένα παιδί δεν είχε λάβει προηγουμένως αναλγησία και μόνο στο 29% των παιδιών που υποβλήθηκαν σε οσφυονωτιαία παρακέντηση, είχαν μεριμνήσει για αναλγησία.

Όμως η πρακτική της διαχείρισης του πόνου για τα παιδιά στην αρχική φάση πρέπει να αλλάξει. Ο πόνος πρέπει να αξιολογηθεί ως το “πέμπτο ζωτικό σημείο” κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης του ασθενούς, και κάποιες ήδη υπάρχουσες αξιόπιστες κλίμακες μπορούν να βοηθήσουν στην αξιολόγηση του μεγέθους του πόνου. Τοπική αναισθησία με EMLA ® μπορεί να εφαρμοστεί εξ’αρχής κατά την αξιολόγηση των ασθενών εάν πιθανολογείται η φλεβοκέντηση ή η οσφυϊκή παρακέντηση. Για τα βρέφη, πιπίλες και ζάχαρη από το στόμα έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν την ανταπόκριση του ασθενούς σε επώδυνα ερεθίσματα.

• Παρόλο που ο έλεγχος του πόνου αποτελεί βασικό στόχο στη φροντίδα για τα παιδιά με οξύς τραυματισμούς, οι ανεπιθύμητες ενέργειες των αναλγητικά είναι πάρα πολύ συχνές. Η χρήση κοινών αναλγητικών, αντί των οπιοειδών μπορεί να απλουστεύσει τα πρωτόκολλα διαχείρισης του πόνου καθώς και να μειωθεί το ποσοστό των ανεπιθύμητων ενεργειών από τα αναλγητικά.

Σχόλια

Η παρούσα μελέτη επιβεβαιώνει προηγούμενες έρευνες που έδειχναν ότι τα οπιούχα δεν είναι ανώτερα των μη-οπιοειδών αναλγητικών για τα παιδιά με σοβαρούς τραυματισμούς (κατάγματα).Μελέτη σε 66 παιδιά με ορθοπεδικές κακώσεις έδειξε παρόμοια αποτελεσματικότητα της ιβουπροφαίνης και της κωδεΐνης στον έλεγχο του πόνου για 120 λεπτά. Επιπλέον, ο συνδυασμός της ιβουπροφαίνης και οξυκωδόνη δεν ήταν αποτελεσματικότερη από την απλή αγωγή με ιβουπροφαίνη, αν και η συνδυασμένη θεραπεία σχετίστηκε με υψηλότερο ποσοστό ανεπιθύμητων ενεργειών.

Μολονότι η αρχική αναλγησία είναι σημαντική, αποτελεί ένα μικρό μέρος μόνο της διαχείρισης του πόνου που απαιτούν τα κατάγματα, καθώς φαίνεται από προηγούμενες μελέτες ότι υπάρχει κενό στην αντιμετώπιση του πόνου των παιδιών όταν επιστρέφουν στο σπίτι. Στην παρούσα μελέτη, μόνο το 30 % των παιδιών έλαβε αναλγησία την πρώτη ημέρα και το 20% την δεύτερη ημέρα, και μάλιστα δόθηκε μία μόνο δόση αναλγητικού φαρμάκου. Πολλά παιδιά είναι πιθανό να είναι ανθεκτικά στον πόνο, ενώ άλλα αντιδρούν με έντονο κλάμα με αποτέλεσμα διαφορετική αναλγητική φροντίδα. Οι ερευνητές συμπέραναν ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στην εκπαίδευση γιατρών και γονέων σχετικά με το πώς να διαχειρίζονται τον πόνο του παιδιού τους.

Τα αποτελέσματα των προηγούμενων ερευνών αλλά και της παρούσας, δίνουν στους γιατρούς πληροφορίες για την αναλγησία των παιδιών, κάνοντας σαφές πόσο σημαντική είναι τόσο η αρχική αναλγητική αγωγή στο τμήμα επειγόντων περιστατικών όσο και η σωστή ενημέρωση των γονιών για την μετέπειτα αγωγή στο σπίτι.

Η μελέτη Acad Emerg Med. 2009;16:711-716 επιλέχθηκε από την Medscape Best Evidence, χρησιμοποιώντας το McMaster Online Rating of Evidence System. Με άριστα το 7, η μελέτη αυτή κατατάσσεται ως 5 για ειδησεογραφική της αξία και 6 για ενδιαφέρον από τους κλινικούς γιατρούς που χρησιμοποίησαν αυτό το σύστημα.

δημοφιλη αρθρα

ειδατε προσφατα