Φροντίδα του παιδικού δέρματος: Μύθοι και Πραγματικότητα

Γράφει ο Σταυρούλα Ψώνη

Διαβάστηκε 568 φορές

Για πολύ καιρό θεωρούσαμε ότι ο δερματικός φραγμός του δέρματος των τελειόμηνων νεογέννητων ήταν ισοδύναμος με των ενηλίκων. Ωστόσο, υπάρχει επίσης η αντίληψη ότι το δέρμα των μωρών είναι απαλό, τρυφερό, ευαίσθητο, εύθραυστο και χρειάζεται ειδική φροντίδα. Τι από τα δύο αληθεύει;

Και οι δύο απόψεις είναι εν μέρει σωστές. Το δέρμα ενός τελειόμηνου νεογέννητου έχει αξιοσημείωτες δομικές και λειτουργικές ικανότητες αμέσως μετά τη γέννηση που προσομοιάζουν με αυτές του ενηλίκου δέρματος μετά από μια περίοδο προσαρμογής στο εχθρικό εξωμήτριο περιβάλλον. Ωστόσο, πρόσφατα δεδομένα από προσεκτική μελέτη με μη επεμβατικές μεθόδους της μικροσκοπικής δομής  του δέρματος υγιών βρεφών και μικρών παιδιών, αποκάλυψε ορισμένες διαφορές σε σύγκριση με το δέρμα των ενηλίκων.

Οπως στα περισσότερα οργανικά συστήματα των βρεφών, παρατηρείται και στο δέρμα συνεχής ανάπτυξη κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της ζωής, ενώ ορισμένα στοιχεία του όπως οι σμηγματογόνοι αδένες δεν φθάνουν στην πλήρη λειτουργία τους παρά μόνο στην εφηβεία. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι υπάρχουν κάποια «λεπτά σημεία» στη φροντίδα και ιατρική αντιμετώπιση του βρεφικού και του παιδικού δέρματος, όπως:

  • Υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος λύσης της συνεχείας του δέρματος, τοξικότητας και ανάπτυξης δερματίτιδας εξ επαφής λόγω:

-υψηλότερης περιεκτικότητας του βρεφικού δέρματος σε νερό οπότε απορροφά και αποβάλλει νερό ταχύτερα

-χαμηλότερης περιεκτικότητας του βρεφικού δέρματος σε φυσικό ενυδατικό παράγοντα (natural moisturizing factor (NMF)) στη κερατίνη στιβάδα

-λεπτότερης κερατίνης στιβάδας κατά 30% και της υπερθηλώδους επιδερμίδας κατά 20%

-μικρότερου μεγέθους κερατινοκυττάρων και κερατινοκυττάρων της κοκκιώδους στιβάδας, πιθανώς λόγω μεγαλύτερου ρυθμού πολλαπλασιασμού

  • Τα νεογνά δεν διαθέτουν τον όξινο μανδύα που σχηματίζεται τον πρώτο μήνα της ζωής και είναι απαραίτητος για τη λειτουργία του φραγμού της κερατίνης. Αυτό επιτυγχάνεται με τη σταθεροποίηση των διακυττάριων λιπιδίων, τη διατήρηση των επιπέδων ενυδάτωσης του δέρματος και του μικροβιακού αποικισμού της επιφανειάς του. Η χρήση νερού, σαπουνιών και ορισμένων καθαριστικών στα νεογέννητα και τα βρέφη μπορεί να καταστρέψει τον μανδύα αυτό, καθιστώντας το δέρμα πιο αλκαλικό με συνέπεια τη μεταβολή της μικροχλωρίδας και απώλειας του φραγμού
  • Η καθυστερημένη πλήρης ωρίμανση των μελανοκυττάρων, η λεπτότερη κερατίνη στιβάδα και τα μικρότερου μεγέθους κύτταρα καθιστούν τα βρέφη και μικρά παιδιά πολύ ευάλωτα στη δερματική βλάβη από έκθεση σε UV ακτινοβολία. Πιστεύεται ότι η βασική διεργασία για τον μετέπειτα καρκίνο του δέρματος επιτελείται στην παιδική ηλικία

Τα βρέφη και μικρά παιδιά λερώνονται εύκολα, τους αρέσει να  παίζουν σε εξωτερικούς χώρους, μπουσουλούν, φοράνε πάνες και λερώνονται όταν τρώνε. Ο επαρκής καθαρισμός του δέρματός τους είναι ουσιώδης για τη διατήρηση της υγείας τους.

 

Ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος καθαρισμού του δέρματος ενός παιδιού; Το μπάνιο μόνο με νερό είναι το ασφαλέστερο;

Το πλύσιμο μόνο με νερό δεν παρέχει επαρκή καθαρισμό από ρύπους που επικάθονται στο δέρμα, ένζυμα των κοπράνων και συστατικά των ούρων. Το αλκαλικό pH του νερού αυξάνει και το pH του δέρματος. Επίσης το νερό περιέχει υψηλό ποσοστό μετάλλων που βλάπτουν το φραγμό, ενώ δεν καθαρίζουν αποτελεσματικά. Τα σαπούνια καθώς και ορισμένα καθαριστικά και αφρόλουτρα μπορούν επίσης να αυξήσουν το pH για κάποια ώρα και για το λόγο αυτό είναι ερεθιστικά και ξηραίνουν το δέρμα. Ευτυχώς, οι καθαριστικοί παράγοντες νέας τεχνολογίας έχουν μικρότερη επιφανειακή τάση, μειώνουν το pH κάτω από 7.0 και αποτελούνται από μεγαλύτερα μικύλλια με λιγότερο επιθετική αλλά αποτελεσματική καθαριστική δράση. Τα προϊόντα αυτά ανευρίσκονται σε μορφή υγρών ή gel και όχι στερεών σαπουνιών, ενώ δεν παράγουν πολύ αφρό κατά την εφαρμογή τους. Σε προϊόντα απευθυνόμενα στις μικρές ηλικίες αποφεύγονται οι χρωστικές και αρωματικές ύλες. Μετά το μπάνιο εφαρμόζεται αμέσως ενυδατική κρέμα για ενίσχυση του φραγμού.

Μια γερμανική μελέτη έδειξε ότι η χρήση καθαριστικού gel με pH 5.5 και ενυδατικής κρέμας σχετίζεται με μικρότερου βαθμού διεπιδερμιδική απώλεια νερού και καλύτερη ενυδάτωση της κερατίνης στιβάδας σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Η μελέτη αυτή έδειξε επίσης ότι δεν επηρεάσθηκε ο σχηματισμός του όξινου μανδύα στην 8η εβδομάδα ζωής.

 

Θα πρέπει τα παιδιά να κάνουν μπάνιο καθημερινά;

Το κάθε πότε θα πρέπει να κάνει μπάνιο ένα παιδάκι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από παράγοντες  όπως  η ηλικία του ή οι  καιρικές συνθήκες. Για τα πολύ μικρά μωρά επαρκεί μπάνιο μία φορά στις 2-3 ημέρες μαζί με τοπικό καθάρισμα κατά τη διάρκεια της ημέρας όσες φορές χρειάζεται, στην περιοχή της πάνας, στο πρόσωπο, λαιμό και στα χέρια. Τα μεγαλύτερα παιδιά μπορούν να κάνουν μπάνιο κάθε ημέρα εάν έχουν πολλές δραστηριότητες στο εξωτερικό περιβάλλον ή φορούν αντηλιακό. Κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών η μείωση της συχνότητας του μπάνιου μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της ξηρότητας του δέρματος που προκαλείται από τη χαμηλή υγρασία εξ αιτίας της θέρμανσης των σπιτιών. Τα αφρόλουτρα, τα πρόσθετα αρώματα και χρώματα καθώς και η παραμονή πολλή ώρα στο νερό θα πρέπει να αποφεύγονται γιατί αυξάνουν το pH του δέρματος και προκαλούν ξηρότητα και ερεθισμούς.  Η ιδανική διάρκεια μπάνιου είναι 15 min με χρήση χλιαρού νερού και ενός ήπιου καθαριστικού παράγοντα με pH 7 ή λιγότερο. Τα ήπια αυτά καθαριστικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για τοπικό πλύσιμο. Για την αντιμετώπιση της ξηρότητας θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ειδικές ενυδατικές κρέμες μετά τον καθαρισμό.

 

Κατά τη διάρκεια της παιδιατρικής πράξης οι γονείς απευθύνουν ερωτήσεις για την ασφάλεια των συντηρητικών που περιέχονται στα προΪόντα φροντίδας του παιδικού δέρματος. Υπάρχουν κατάλληλες απαντήσεις;

Πολλοί γονείς εκφράζουν ανησυχίες εξαιτίας πιθανών απειλών για την υγεία από συστατικά των προϊόντων περιποίησης του δέρματος όπως παρουσιάζονται σε πολλά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Οι ισχυρισμοί στο διαδίκτυο και τα εκλαϊκευμένα ιατρικά άρθρα για ανεπαρκείς ελέγχους ασφαλείας των προϊόντων και κινδύνους για τους καταναλωτές, είναι ανεξέλεγκτοι. Οι πιο συνήθεις κατηγορίες είναι ότι δεν ακολουθούνται οι κατάλληλες πρακτικές ασφαλείας, οι κρατικοί έλεγχοι είναι ανεπαρκείς και τα χημικά αυτά είναι καρκινογόνα και εν γένει τοξικά.

Τα πραγματικά όμως επιστημονικά δεδομένα, όπου αυτά υπάρχουν, μας έχουν δείξει ότι η απουσία ή η κακή χρήση συντηρητικών στα δερμοκαλλυντικά και καθαριστικά τα καθιστά επιρρεπή σε μόλυνση από βακτηρίδια ή μύκητες, γεγονός που ισχύει κυρίως για προϊόντα με υψηλή περιεκτικότητα σε νερό. Τα ελαιώδη προϊόντα αντιθέτως, είναι πιο ανθεκτικά και για το λόγο αυτό περιέχουν λιγότερα ή καθόλου συντηρητικά.

Παράγοντας μόλυνσης των προϊόντων είναι συνήθως η μικροχλωρίδα του ίδιου του δέρματος όταν λαμβάνουμε το προϊόν με το χέρι μας από τη συσκευασία του. Οι μικροοργανισμοί που ενοφθαλμίζουμε στο προϊόν με τον τρόπο αυτό, όπως ψευδομονάδα (Ps. aeruginosa), σταφυλόκοκκος (S. aureus) και κάντιντα (Candida albicans), είναι εύκολο να αναπτυχθούν στο σκοτεινό και υγρό περιβάλλον της συσκευασίας χωρίς προσθήκη συντηρητικού. Πιο σπάνια το προϊόν μπορεί να μολυνθεί κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής παρασκευής.

Τα συντηρητικά αυτά έχουν ένα σημαντικό ιστορικό ασφάλειας καθώς έχουν χρησιμοποιηθεί από εκατομμύρια καταναλωτές για δεκαετίες. Δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής επιστημονικές αναφορές που να τα συνδέουν με σοβαρές ασθένειες στον άνθρωπο. Ακόμη και η δερματίτιδα εξ επαφής στα συστατικά αυτά έχει αναφερθεί σε ένα πολύ μικρό ποσοστό (περίπου σε 6% του γενικού πληθυσμού υπό τον γενικό όρο δερματίτιδα εξ επαφής σε καλλυντικά). Αντιθέτως, η απουσία συντηρητικών έχει καθαρά σχετισθεί με πιθανότητα δερματικής λοίμωξης.

Επίσης, όπως είχε επισημάνει τον 16ο αιώνα ο Παράκελσος για πολλά φάρμακα και χημικές ουσίες, ισχύει και για τα συντηρητικά ότι «είναι η δόση που κάνει το δηλητήριο». Πολλοί από τους ισχυρισμούς βασίζονται σε δοσοεξαρτώμενα πειράματα σε ζώα και όχι σε ανθρώπους. Το ιδανικό είναι η χρήση της χαμηλότερης  συγκέντρωσης μιας χημικής ουσίας για την επίτευξη ίδιου αποτελέσματος. Έτσι έχει τεκμηριωθεί ότι είναι προτιμότερη η χρήση πολλών συντηρητικών σε μικρή συγκέντρωση από το κάθε ένα, συγκριτικά με τη χρήση ενός μόνο συντηρητικού σε μεγαλύτερη συγκέντρωση. Οι ερευνητές πάντως εργάζονται πυρετωδώς για την ανάπτυξη ολοένα ασφαλέστερων συστατικών.

Με βάση τις τρέχουσες ενδείξεις υπάρχει μεγαλύτερο όφελος από ότι βλάβη από τη χρήση των συντηρητικών, καθώς όμως υπάρχουν πολύ λίγες βεβαιότητες στην ιατρική πρέπει η βιομηχανία καλλυντικών να ενθαρρυνθεί να δημοσιοποιεί έρευνες τοξικότητας για διάφορες ουσίες και να χρησιμοποιεί τις μικρότερες δυνατές συγκεντρώσεις συντηρητικών.

 

Υπάρχει υγιές μαύρισμα;

Το μαύρισμα είναι για την ακρίβεια μια βλάβη του δέρματος. Όταν το δέρμα εκτίθεται στην υπεριώδη ηλιακή ακτινοβολία (UV) επηρεάζεται το DNA των κυττάρων της επιδερμίδας και των ινοβλαστών του δέρματος.  Σε απάντηση των οξειδωτικών βλαβών στα κύτταρα αυτά,  κινητοποιείται ο μηχανισμός άμυνας των μελανοκυττάρων, κατά τον οποίο παράγεται καινούρια μελανίνη καθώς η υπάρχουσα οξειδώνεται και αυτό καλείται «μαύρισμα». Το επίπεδο ευαισθησίας καθορίζεται από τον τύπο δέρματος του παιδιού, ενώ γενικά  τα παιδιά είναι πιο επιρρεπή στη βλαπτική επίδραση του ήλιου διότι έχουν χαμηλότερα επίπεδα  μελανίνης, καθώς τα μελανοκύτταρα είναι πλήρως λειτουργικά μετά το 2ο έτος ζωής, έχουν επίσης λεπτότερη κερατίνη στιβάδα και υψηλότερη αναλογία επιφάνειας προς μάζα σώματος.

Μια πρόσφατη έρευνα στην Αγγλία σε υγιή βρέφη έδειξε ότι μεταβολές του δέρματος από τη UV ακτινοβολία αρχίζουν ήδη από το πρώτο καλοκαίρι της ζωής, ενώ πιστεύεται ότι το μεγαλύτερο μέρος ηλιακής βλάβης αθροίζεται πριν τα 18 έτη. Η χρόνια έκθεση σχετίζεται με καρκίνο δέρματος διαφορετικό από το μελάνωμα. Αρκετές επιδημιολογικές μελέτες επισημαίνουν τον αυξημένο κίνδυνο για μελανώματα του κορμού από τα ηλιακά εγκαύματα με φυσαλίδες.

Πρόσθετα, το δέρμα θεωρείται και όργανο που παίζει ρόλο στην ανοσιακή απάντηση του οργανισμού, οπότε το υπεριώδες φως πιθανώς τροποποιεί αυτή την απάντηση σύμφωνα με πειράματα σε ποντίκια. Για τις συνέπειες στους ανθρώπους απαιτούνται περισσότερες έρευνες.

 

Τι πρέπει να ξέρουν οι γονείς για την ηλιοπροστασία των παιδιών;

7-13% των παιδιών στις ΗΠΑ παθαίνουν ηλιακό έγκαυμα καθημερινά, ενώ την καλοκαιρινή περίοδο το ποσοστό κυμαίνεται από 29 έως 83%. Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής συνοψίζει τις οδηγίες για τους γονείς σε:

  • Αποφυγή έκθεσης στον ήλιο: Είναι απαραίτητη για τα βρέφη κάτω των 6 μηνών. Για μεγαλύτερα βρέφη και παιδιά, πρέπει να περιορίζονται οι εξωτερικές δραστηριότητες το διάστημα μεγαλύτερης ηλιοφάνειας. Πρέπει να φορούν ελαφρά, ανοιχτόχρωμα ρούχα, με πυκνή όμως ύφανση και να καλύπτονται με καπέλα και να παίζουν στη σκιά. Μεγάλη προσοχή πρέπει να δίνεται σε επιφάνειες που ανακλούν το φως όπως το νερό και το χιόνι καθώς και στην άμμο που ανακλά το 85% της UV ακτινοβολίας.
  • Εφαρμογή και επανεφαρμογή αντηλιακού: Σε βρέφη και μικρά παιδιά πρέπει να χρησιμοποιούμε αντηλιακά που δεν απορροφώνται, δεν ερεθίζουν και δεν προκαλούν αλλεργίες. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι τα βρέφη και νήπια συνηθίζουν να τρίβουν τα μάτια τους και να τοποθετούν τα χέρια τους συχνά στο στόμα τους.

Οι έρευνες έχουν δείξει ότι τα πιο ασφαλή αντηλιακά για όσο πιο μικρά παιδιά και βρέφη, όταν δεν μπορεί να αποφευχθεί η έκθεση στον ήλιο, είναι αυτά που περιέχουν ανόργανα νανοσωματίδια διοξειδίου του τιτανίου και οξειδίου του ψευδαργύρου καθώς δεν εισδύουν στην κερατίνη στιβάδα  και είναι ασφαλή για τη στοματική και οφθαλμική περιοχή. Τα προϊόντα με ελαιώδη βάση είναι ακόμη πιο ήπια για μικρά βρέφη και πολυευαίσθητα δέρματα, καθώς δεν περιέχουν συντηρητικά, αρώματα και φωτοσταθεροποιητικά συστατικά.

Συμπερασματικά, εχει γίνει μεγάλη πρόοδος στην εξάπλωση των πληροφοριών για τις συνέπειες της ηλιακής έκθεσης, ωστόσο υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος για την εδραίωση των πρακτικών ηλιοπροστασίας ως απαραίτητων υγιεινών συνηθειών.

 

 


Πολλά λέγονται για την φροντίδα των βρεφών και των παιδιών. Πόσο συχνά πρέπει να πλένουμε το μωρο; Με τι προϊόντα;

Ας βάλουμε όμως τα πράγματα στην σειρά…

δημοφιλη αρθρα

ειδατε προσφατα