ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΩΣ ΜΕΤΑΔΙΔΟΜΕΝΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ
Διαβάστηκε 405 φορές

Τα «Αφροδίσια Νοσήματα» (Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα, ΣΜΝ) είναι λοιμώξεις των γεννητικών οργάνων. Η μετάδοση γίνεται κυρίως με τη σεξουαλική επαφή. Εμφανίζονται συχνότερα στην εφηβεία, αφού οι νέοι δεν παίρνουν τις απαραίτητες προφυλάξεις, παρά την αυξημένη σεξουαλική τους δραστηριότητα, λόγω ελλιπούς πληροφόρησης.

Οι συχνότεροι μικροοργανισμοί, που ευθύνονται για κάποιο από αυτά τα νοσήματα, είναι:

•    Ιός Απλού Έρπητα,
•    Ιοί Ανθρωπίνων Κονδυλωμάτων (HPV),
•    Ιός Ηπατίτιδας Β (ή/και C),
•    Ιός Επίκτητης Ανοσοποιητική Ανεπάρκειας (HIV),
•    Χλαμύδια (Chlamydia trachomatis),
•    Μυκοπλάσματα (Mycoplasma hominis, Ureaplasma urealiticum),
•    Βακτήρια (Neisseria gonorrhoeae, Gardnerella vaginalis, Haemophilus),
•    Μύκητες (Candida albicans),
•    Πρωτόζωα (Trichomonas vaginalis), κ.α.

Ιός Απλού Έρπητα

Ο Έρπης των γεννητικών οργάνων αποτελεί ένα συχνό σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, που οφείλεται στον ιό του απλού έρπητα (HSV). Εμφανίζει έντονη κλινική εικόνα με περιόδους βελτίωσης και επιδείνωσης. Εμφανίζεται κυρίως με φαγούρα ή πόνο στην περιοχή του αιδοίου και μικρές διαβρώσεις.

Δυστυχώς, η συχνότητά του αυξάνεται συνεχώς. Εκτός από τις σωματικές επιπτώσεις, ιδιαίτερη είναι και η επιβάρυνση στην ψυχολογία των ασθενών. Η θεραπεία περιορίζεται στην καταστολή των συμπτωμάτων της νόσου, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει μόνιμη θεραπεία. Είναι ιδιαίτερα σημαντική και η ψυχολογική υποστήριξη των ασθενών αυτών.

Ιοί ανθρωπίνων κονδυλωμάτων (Human Papilloma Virus – HPV)

Ο χρόνος από τη λοίμωξη μέχρι την εμφάνιση των πρώτων αλλοιώσεων μπορεί να είναι από 1 μήνας μέχρι και χρόνια μετά. Ο μέσος όρος όμως είναι περίπου 3 μήνες. Οι κυριότερες μορφές είναι τα οξυτενή κονδυλώματα (concylomata acuminata), τα επίπεδα κονδυλώματα, αλλά και οι μορφές που είναι ορατές με χρήση ειδικού διαλύματος.

Τα οξυτενή κονδυλώματα είναι συνήθως ανώδυνες, σαν πολύ μικρά «κουνουπιδάκια» (ανθοκραμβοειδείς εκβλαστήσεις), που προκαλούνται συνήθως από τους τύπους HPV 6 και 11.

Οι συνηθέστεροι ογκογόνοι τύποι HPV είναι οι 16 και 18.

Η διάγνωση γίνεται με την κυτταρολογική εξέταση κατά Παπανικολάου (τεστ ΠΑΠ) και τη λήψη βιοψίας κατά την κολποσκόπηση, ή με την τυποποίηση ή ταυτοποίηση του ιού. Έτσι, μπορούμε να διαγνώσουμε όχι μόνο αν υπάρχει HPV λοίμωξη ή όχι, αλλά και ποιοί ακριβώς τύποι έχουν προσβάλει τη γυναίκα.

Ριζική θεραπεία δεν υπάρχει. Ο Γυναικολόγος θεραπεύει μόνο τις βλάβες που μπορεί να προκαλέσει ο ιός (LGSIL, HGSIL). Έτσι, αποτρέπει την εξέλιξη τους, αλλά δεν μπορεί να θεραπεύσει ριζικά, με καμιά μέθοδο, την ύπαρξη του ιού. Η ασθενής μπορεί να παραμείνει φορέας του ιού, χωρίς να εμφανίσει βλάβες. Η αφαίρεση ή καταστροφή αλλοιώσεων, εάν και εφόσον κρίνεται απαραίτητο να αφαιρεθούν, γίνεται συνήθως με κλασική χειρουργική μέθοδο ή με τη χρήση LASER.

Ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης των παθογόνων αυτών καταστάσεων (οξυτενή κονδυλώματα, καρκίνος τραχήλου της μήτρας) είναι η πρόληψη. Για το σκοπό αυτό υπάρχουν τα εμβόλια κατά του Καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.

Η παρασκευή προληπτικών εμβολίων κατά των συχνότερων τύπων του HPV έχουν ως στόχο να προστατέψουν γυναίκες που δεν έχουν ακόμη μολυνθεί από τον ιό. Τα εμβόλια δεν μπορούν να προκαλέσουν λοίμωξη, είναι εξαιρετικά ασφαλή και πετυχαίνουν ιδιαίτερα υψηλή προστασία από τους συχνότερους τύπους HPV.

Ιός Ηπατίτιδας Β

Η μετάδοση γίνεται κυρίως με τη σεξουαλική επαφή από τον ένα σύντροφο στον άλλον και κατά τον τοκετό ή την κύηση από τη μητέρα στο παιδί. Η πρόληψη γίνεται με τη χρήση εμβολίου και τη χρήση προφυλακτικού κατά την επαφή.

Ιός Συνδρόμου Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας (HIV)

Το σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (AIDS) αποτελεί σημαντική  αιτία θανάτου παγκοσμίως. Η μετάδοση γίνεται με τη σεξουαλική επαφή, με μολυσμένες βελόνες σε χρήστες ενδοφλεβίων ναρκωτικών ή με μετάγγιση μολυσμένου αίματος. Επίσης, η μετάδοση από τη μητέρα στο παιδί, είτε κατά τον τοκετό, είτε κατά το θηλασμό, ευθύνονται παγκοσμίως για μεγάλο ποσοστό μετάδοσης του ιού.

Βλεννόρροια

Εμφανίζεται συχνότερα σε έφηβες και νεαρές γυναίκες. Είναι ιδιαίτερα μεταδοτική, καθώς μια και μόνο επαφή έχει ποσοστό μετάδοσης 50%. Δυστυχώς εκτός από κολπίτιδα προκαλεί και σαλπιγγίτιδα με δραματικές επιπτώσεις στη γονιμότητα της γυναίκας. Μπορεί να έχει και επιπλοκές σε άλλα συστήματα του οργανισμού, όπως στην καρδιά και στα μάτια.

Η διάγνωση γίνεται με καλλιέργεια κολπικών υγρών. Η θεραπεία επιτυγχάνεται με κατάλληλη αντιβιοτική αγωγή.

Σύφιλη

Η μετάδοση γίνεται κυρίως με τη σεξουαλική επαφή, αλλά και από τη μητέρα στο έμβρυο κατά την κύηση ή κατά τον τοκετό και το θηλασμό, σε ποσοστά που εξαρτώνται από τη φάση της νόσου στην οποία βρίσκεται η μητέρα.

Τα συφιλιδικά στίγματα αποτελούν χαρακτηριστικά της λοίμωξης. Φαρμακευτικά σχήματα με πενικιλίνη αποτελούν την καταλληλότερη θεραπεία.

Χλαμύδια

Το 70% περίπου των χλαμυδιακών λοιμώξεων στις γυναίκες δεν εμφανίζει συμπτώματα. Είναι πολύ συχνότερα στις νεαρές γυναίκες και κυρίως στις έφηβες, αφού αυτές εμφανίζουν συχνότερη εναλλαγή συντρόφων, χαμηλή προστασία από χρήση προφυλακτικού, μεγάλη σεξουαλική δραστηριότητα.

Εμφανίζεται κυρίως με πόνο κατά την επαφή, ενοχλήματα από το ουροποιητικό σύστημα, δύσοσμη κολπική έκκριση κ.α.

Η σαλπιγγίτιδα είναι η χειρότερη επιπλοκή της λοίμωξης, γιατί προκαλεί απόφραξη των σαλπίγγων και συνεπάγεται υπογονιμότητα. Η διάγνωση γίνεται με καλλιέργεια κολπικών υγρών. Η θεραπεία πρέπει να είναι άμεση και αποτελεσματική, πριν την καταστροφή των σαλπίγγων.

Gardnerella vaginalis

Προκαλεί κολπίτιδα σε νέες γυναίκες, με ερεθισμό, εκκρίσεις με γκρι ή κίτρινο χρώμα και με χαρακτηριστική οσμή ψαριού. Στην καλλιέργεια κολπικών υγρών είναι χαρακτηριστική η ανεύρεση των «clue cells». Η θεραπεία γίνεται με τη χορήγηση αντιβιοτικών με χάπια, κολπικά υπόθετα ή κολπικές αλοιφές.

Μύκητες (Candida albicans)

Ο μύκητας είναι δυνατόν να προσβάλλει το αιδοίο και τον κόλπο. Χαρακτηρίζεται από φαγούρα, ευαισθησία της περιοχής, πόνο του κόλπου και του αιδοίου, άσπρες παχύρευστες κολπικά υγρά και πόνο κατά την επαφή.

Η διάγνωση γίνεται κυρίως με το ιστορικό, την κλινική εξέταση και την καλλιέργεια κολπικών υγρών.

Η θεραπεία της λοίμωξης γίνεται με κρέμα ή κολπικό υπόθετο μέσα τον κόλπο ή χορήγηση αντιβιοτικών από το στόμα.